Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

Με αρχή, χωρίς τίτλο και τέλος



Με καταδιώκουν σκηνές δευτερολέπτων.

- Ανοίγεις την τσάντα σου μέσα στην αίθουσα του κινηματογράφου, μόλις χαμηλώνουν τα φώτα. Βγάζεις τα γυαλιά σου σχεδόν κρυφά. Τα φοράς. Γυρνάς με χαμηλωμένο ελαφριά το πρόσωπό σου, με κοιτάς πλαγίως και μου χαμογελάς.


Εμφανίζονται οποιαδήποτε στιγμή της μέρας, ή διακόπτουν οποιοδήποτε όνειρο της νύχτας.
  
- Σηκώνεσαι από το κρεβάτι. Παίρνεις τις ψηλές μαύρες κάλτσες σου. Όρθια δίπλα από το κρεβάτι στηρίζεις το δεξί σου πόδι στην άκρη του στρώματος και φοράς την πρώτη. Με κοιτάς. Την δεύτερη. Έρχεσαι και με φιλάς.


Σαν παρεμβολές που τη μια φέρνουν ζεστό χαμόγελο και την άλλη δάκρυα.

 - Ακουμπάς το ποτήρι σου επάνω στο μπαρ. Παρατάς ευγενικά την φίλη που συζητούσες μαζί της. Με πλησιάζεις. Πιάνεις το πρόσωπό μου. Με φιλάς. Ακουμπάς στον λαιμό μου. Μου χαμογελάς.


Σκηνές που λειτουργούν σαν σειρήνες που προσπαθούν να με επαναφέρουν στον δρόμο μου.

- Ξημερώματα. Μπαίνεις στην αίθουσα με γρήγορο βήμα. Όχι επειδή άργησες. Επειδή ανυπομονείς. Όσο με πλησιάζεις το βήμα σου γίνεται πιο ταχύ. Με αγκαλιάζεις πιο σφιχτά από ποτέ. Μου λες πόσο πολύ περίμενες αυτό το ταξίδι και με τραβάς βιαστικά από το χέρι για να φύγουμε.



Προκάλεσα τη ρωγμή? Ήμουν εκείνο το φως? Ή μήπως τίποτα από τα δύο?



16.09.2015






Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Εκείνος ο θάνατός μου στην Ταγγέρη




Καθόμουν στο μπαρ μόνος μου με ένα πότο.
'Ηταν πλέον σχεδόν μεσάνυχτα.
Η υγρασία δυσκόλευε την αναπνοή μου ή απλά σε αυτήν ήθελα να σκέφτομαι ότι οφείλεται.

Ακόμα και το αγαπημένο μου γαλάζιο λινό πουκάμισο, το οποίο πάντα ένιωθα να με προστατεύει, απόψε με έπνιγε. Ένιωσα μία σταγόνα ιδρώτα να κυλάει στο αγαπημένο σου σημείου του στέρνου μου.
Έβγαλα τρομοκρατημένος το μαντήλι από την τσέπη μου και την σκούπισα. Τίποτα δεν θέλω να με αγγίζει εκεί.


Είχα γυρίσει όλη την Ταγγέρη αυτές τις τρεις μέρες για να σε βρω αλλά ήταν μάταιο...

Νόμιζα ότι δεν είχες φύγει μα ήσουν ήδη πολύ μακρυά.
Όταν το συνειδητοποίησα ήταν που σκοτείνιασε πλέον για εμένα.


Αν βγω έξω έτοιμος να μου ρίξεις όλες σου τις πέτρες για τις δικές μου αλλά και τις δικές σου αμαρτίες θα γυρίσεις?

Και τελικά ποια η αξία όλων εκείνων των ερωτήσεων αφού γνώριζες τις απαντήσεις?



Φώναξα το παιδί που δούλευε πίσω από το μπαρ.
Με κοίταξε κάνοντας μου νόημα ότι θα έρθει.
Ήρθε αφήνοντάς μπροστά μου άλλο ένα ποτό και χαμογέλασε σαν να ήξερε τι ήθελα να τον ρωτήσω.

- Με ποιον τρόπο μπορώ να πάω αύριο στο Μαρακές?
- Ούτε εκεί θα την βρεις. Έφυγε.

Τρόμαξα. Πολύ.
Όχι επειδή ένας άγνωστος, και χωρίς να έχω μιλήσει σε κανέναν, ήξερε με έναν  υπερφυσικό τρόπο γιατί είμαι στην Ταγγέρη και γιατί ήθελα να πάω στο Μαρακές.

Τρόμαξα επειδή με αυτό το κοφτό 'Εφυγε' κατάλαβα ότι δεν εννοούσε απλά το γεγονός ότι έφυγες από το Μαρόκο.
Αφορούσε το γεγονός ότι έφυγες οριστικά από εμένα.


Και δεν ξέρω πως αυτό έγινε. Πως αυτό είναι δυνατό να γίνει. Πως το έμαθα από ένα μπάρμαν - γιατί ένιωθα ότι έχει δίκιο και έτσι είναι. Πως δεν μου το είπες. Πως λίγες μέρες πριν με είχες κοιτάξει έτσι στα μάτια ενώ το ήξερες.


Γκρεμίστηκε όλος εκείνος ο κόσμος που σου είχα φτιάξει.
Και μήπως τελικά τώρα θα ήταν όλα πιο εύκολα αν αντί για ολόκληρο κόσμο σου είχα φτιάξει μόνο ένα σπίτι?
Και δεν θα δούμε τα πεύκα ξανά καθώς πλησιάζουμε το νησί?
Και η νύχτα δεν σου φέρνει πια την φωνή μου ούτε και τις σκέψεις μου.



Αλλά αυτό που ήξερα από την αρχή δεν αλλάζει. Και ας ξέρω ότι για εσένα δεν ισχύει.


Η καρδιά είναι ελεύθερη και αυτόνομη. Είναι ανεξάρτητη.



Η καρδιά αγαπάει μόνο μια φορά.