Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

εκείνο τον κόσμο...

Ο ουρανός γίνεται κόκκινος
πριν ξαναβρεί το παλιό του γαλάζιο.

Η θάλασσα κρατάει ένα μαχαίρι που στάζει αίμα
πριν το ξαναβάλει στη θήκη και γαληνέψει
για να την ταξιδέψεις.

Μπορείς να δείξεις με το δάχτυλο σου την ευτυχία
και εκείνη την αφηρημένη έννοια που έχεις μέσα σου
και ακόμα δεν της έδωσες όνομα.

Ο ρεαλισμός ταυτίζεται με την ουτοπία
που με είχες κάνει να δω...

Περικυκλωμένοι από χαμόγελα που χαμογελούν...
όταν κλείνουν τα μάτια τους
βλέπεις την γαλήνη σε αργή κίνηση.

Όλοι οι τρελοί γελούν και μιλούν στους δρόμους μόνοι τους,
ελεύθερα και χωρίς καλώδια.

Τα δέντρα αλλάζουν θέσεις όταν θελήσουν.
Μυρίζεις και πάλι εκείνο το λουλούδι
που σε μέθυσε πριν δεκάδες καλοκαίρια.
Συζητάς ακόμα και με αυτούς που δεν θάψαμε δημοσία δαπάνη.

Μιλάς με τους γάτους και πετάς πάνω σε τραπουλόχαρτα,
πίνεις τσάι με τα βιβλία και τα ποιήματα που σε αναζητούν
χωρίς να είσαι η Αλίκη.


Εγώ δεν σου έφτιαξα κανένα σπίτι για να μείνεις...

Αλλά έχω φτιάξει έναν ολόκληρο κόσμο για να ταξιδεύεις.